02/10/2026
Να σταματήσουμε να αντιγράφουμε το σχολείο που καταρρέει
Η κρίση στη Γαλλία δεν είναι ένα μακρινό επεισόδιο. Είναι μια προειδοποίηση. Και ίσως ήρθε η ώρα η Ελλάδα να πάψει να αναζητά το σχολείο του μέλλοντος στα εκπαιδευτικά συστήματα του παρελθόντος.
Όταν εκατοντάδες λύκεια στη Γαλλία βρίσκονται σε ολικό ή μερικό αποκλεισμό και μαθητές βγαίνουν στους δρόμους ζητώντας περισσότερους εκπαιδευτικούς, καλύτερες υποδομές, μικρότερα τμήματα και αξιοπρεπείς συνθήκες μάθησης, το εύκολο είναι να κοιτάξουμε τις εικόνες της έντασης.
Το δύσκολο είναι να κοιτάξουμε πίσω από αυτές. Και ακόμη δυσκολότερο να κοιτάξουμε το δικό μας σχολείο.
Οι κινητοποιήσεις στη Γαλλία έχουν πλέον αποκτήσει πανεθνική διάσταση. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που μετέδωσε η Le Monde, 356 λύκεια βρίσκονταν την Τετάρτη σε ολικό ή μερικό αποκλεισμό, ενώ μεταξύ των βασικών αιτημάτων των μαθητών βρίσκονται η αναπλήρωση των εκπαιδευτικών που απουσιάζουν, η αύξηση των πόρων, η ανακαίνιση των σχολείων και αξιοπρεπείς συνθήκες μάθησης.
Δε χρειάζεται, βέβαια, να χαρακτηρίσουμε συλλήβδην το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα «αποτυχημένο» για να αντιληφθούμε κάτι πολύ σημαντικότερο: κανένα ξένο εκπαιδευτικό μοντέλο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως έτοιμη συνταγή προς αντιγραφή. Ιδίως όταν το ίδιο αντιμετωπίζει σοβαρές κοινωνικές εντάσεις, ανισότητες και αμφισβήτηση από εκείνους που ζουν καθημερινά μέσα του.
Κι όμως, στην Ελλάδα εξακολουθούμε συχνά να συζητούμε για την Παιδεία με το βλέμμα στραμμένο προς τα έξω. Τι κάνει η Γαλλία; Τι κάνει η Γερμανία; Τι εφαρμόζει η Βρετανία; Πώς αξιολογεί η τάδε χώρα; Πώς εξετάζει η άλλη; Πώς εισάγονται οι μαθητές στα πανεπιστήμια αλλού; Σαν να υπάρχει κάπου στην Ευρώπη ένα τέλειο σχολείο, το οποίο αρκεί να μεταφράσουμε στα ελληνικά. Δεν υπάρχει.
Υπάρχουν καλές πρακτικές από τις οποίες οφείλουμε να μαθαίνουμε. Υπάρχουν διεθνή δεδομένα που πρέπει να μελετούμε. Υπάρχουν επιτυχημένες πολιτικές που αξίζει να προσαρμόζουμε.
Άλλο όμως προσαρμογή και άλλο αντιγραφή. Η Ελλάδα δε χρειάζεται ένα γαλλικό, φινλανδικό ή βρετανικό σχολείο με ελληνική ταμπέλα.
Χρειάζεται να σχεδιάσει επιτέλους το δικό της σχολείο.
Και για να το κάνει, πρέπει πρώτα να απαντήσει σε μία απλή ερώτηση: Τι άνθρωπο θέλουμε να βγάζει από τις τάξεις του το ελληνικό σχολείο του 2040; Έναν μαθητή που απομνημονεύει γρηγορότερα από την Τεχνητή Νοημοσύνη; Αυτό το παιχνίδι το έχουμε ήδη χάσει. Ή έναν άνθρωπο που μπορεί να σκέφτεται, να αμφισβητεί, να δημιουργεί, να συνεργάζεται, να διακρίνει την πληροφορία από την προπαγάνδα, να κατανοεί τον άλλον, να χρησιμοποιεί την τεχνολογία χωρίς να χρησιμοποιείται από αυτήν και να συμμετέχει ως ενεργός πολίτης σε μια δημοκρατική κοινωνία;
Αν επιλέγουμε το δεύτερο, τότε δε χρειαζόμαστε άλλη μία εκπαιδευτική «μεταρρύθμιση» που θα αλλάξει εξετάσεις, βιβλία και ορολογίες. Χρειαζόμαστε επανίδρυση του σχολείου.
Πρώτη μεταρρύθμιση: πολύ λιγότερα παιδιά μέσα στην τάξη
Δεν μπορείς να μιλάς σοβαρά για εξατομικευμένη διδασκαλία, συμπερίληψη, διαφοροποίηση και ανάπτυξη ιδιαίτερων κλίσεων όταν ο εκπαιδευτικός έχει μπροστά του μια πολυπληθή τάξη.
Το σχολείο του μέλλοντος πρέπει να κινηθεί προς ολιγομελή τμήματα, με ακόμη μικρότερο αριθμό μαθητών εκεί όπου υπάρχουν αυξημένες εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανάγκες.
Τα εθνικά μέσα μεγέθη, άλλωστε, μπορούν να αποκρύπτουν σημαντικές τοπικές διαφοροποιήσεις — κάτι που έχει επισημάνει και ο OECD για την Ελλάδα.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς να έχουμε έναν ικανοποιητικό «μέσο όρο». Είναι να μην υπάρχει παιδί που χάνεται μέσα στο πλήθος. Γιατί το πραγματικό μέγεθος μιας τάξης δε μετριέται μόνο σε θρανία. Μετριέται στο πόσο χρόνο μπορεί να διαθέσει ο εκπαιδευτικός σε κάθε παιδί ξεχωριστά.
Δεύτερη μεταρρύθμιση: δύο παιδαγωγοί μέσα στην τάξη
Αν θέλουμε πραγματικά συμπεριληπτική εκπαίδευση, ας σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τη συμπερίληψη σαν παράρτημα της εκπαίδευσης.
Προτείνω ένα καθολικό μοντέλο συνδιδασκαλίας: εκπαιδευτικός τάξης και ειδικός παιδαγωγός μαζί, οργανικά ενταγμένοι στη μαθησιακή διαδικασία.
Όχι ο ειδικός παιδαγωγός στη γωνία δίπλα σε «ένα παιδί». Όχι ένας εκπαιδευτικός που στιγματίζει άθελά του τον μαθητή που υποστηρίζει.
Δύο επιστήμονες της εκπαίδευσης που σχεδιάζουν μαζί, διδάσκουν μαζί, διαφοροποιούν μαζί και παρεμβαίνουν όπου χρειάζεται.
Ο ένας μπορεί να παρουσιάζει μια έννοια και ο άλλος να παρατηρεί ποιο παιδί δυσκολεύεται. Μπορούν να δημιουργούν ευέλικτες ομάδες, διαφορετικές μαθησιακές διαδρομές και πολλαπλούς τρόπους πρόσβασης στην ίδια γνώση.
Έτσι η ειδική αγωγή παύει να είναι «ειδική περίπτωση». Γίνεται μέρος της καλής παιδαγωγικής.
Τρίτη μεταρρύθμιση: ο εκπαιδευτικός πρέπει να μπορεί να ζει από το επάγγελμά του
Υπάρχει κάτι βαθιά αντιφατικό σε μια κοινωνία που δηλώνει ότι θεωρεί την Παιδεία ύψιστο αγαθό, αλλά δεν αμείβει αναλόγως εκείνον στον οποίο εμπιστεύεται τα παιδιά της.
Τα δεδομένα του OECD είναι αποκαλυπτικά: στην Ελλάδα οι εκπαιδευτικοί της κατώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κερδίζουν κατά μέσο όρο περίπου 24% λιγότερα από άλλους εργαζομένους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Η γενναία αύξηση των αποδοχών των εκπαιδευτικών δεν είναι «συντεχνιακό αίτημα». Είναι εκπαιδευτική πολιτική.
Ο εκπαιδευτικός πρέπει να μπορεί να ζει αξιοπρεπώς από τη δουλειά του, να μορφώνεται, να αγοράζει βιβλία, να επιμορφώνεται, να προετοιμάζει το μάθημά του και να αφοσιώνεται στο σχολείο του.
Ένας εκπαιδευτικός που αναγκάζεται να αναζητά δεύτερη και τρίτη δουλειά για να συμπληρώσει το εισόδημά του είναι ένας εκπαιδευτικός από τον οποίο το ίδιο το κράτος αφαιρεί χρόνο και ενέργεια που θα μπορούσαν να επιστραφούν ποιοτικά στους μαθητές.
Τέταρτη μεταρρύθμιση: ο εκπαιδευτικός να ξαναγίνει εκπαιδευτικός
Ας δημιουργηθούν επιτέλους γραμματείες σε κάθε σχολική μονάδα, στελεχωμένες με διοικητικό προσωπικό.
Οι εκπαιδευτικοί δε σπούδασαν για να μετατραπούν σε άτυπους γραμματείς, διαχειριστές εγγράφων, καταχωριστές δεδομένων και διεκπεραιωτές μιας ατελείωτης διοικητικής γραφειοκρατίας.
Κάθε ώρα που χάνεται σε μια εργασία που θα μπορούσε να πραγματοποιήσει διοικητικό προσωπικό είναι χρόνος που αφαιρείται από τον σχεδιασμό της διδασκαλίας, την επιμόρφωση και την ουσιαστική σχέση με τον μαθητή.
Η γραφειοκρατία του σχολείου πρέπει να περάσει στους διοικητικούς και η παιδαγωγική στους παιδαγωγούς.
Πέμπτη μεταρρύθμιση: μόνιμη διεπιστημονική ομάδα σε κάθε σχολείο
Κάθε σχολείο χρειάζεται σταθερή παρουσία ψυχολόγου, κοινωνικού λειτουργού και, ανάλογα με το μέγεθος και τις ανάγκες του, πρόσθετων ειδικών επιστημόνων.
Όχι έναν ψυχολόγο που μοιράζεται σε πέντε σχολεία. Όχι έναν ειδικό που εμφανίζεται κάποιες ώρες την εβδομάδα.
Το σύγχρονο σχολείο αντιμετωπίζει σχολικό εκφοβισμό, οικογενειακές κρίσεις, κοινωνικό αποκλεισμό, εξαρτήσεις από οθόνες, συγκρούσεις, παραμέληση, μαθησιακές δυσκολίες και σύνθετες ψυχοκοινωνικές ανάγκες.
Δε γίνεται να ζητούμε από τον φιλόλογο, τον μαθηματικό ή τον δάσκαλο να είναι ταυτόχρονα εκπαιδευτικός, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός και διαχειριστής κρίσεων.
Το σχολείο του μέλλοντος πρέπει να είναι μικρή κοινότητα επιστημόνων γύρω από το παιδί.
Έκτη μεταρρύθμιση: μαζικοί διορισμοί εκεί όπου υπάρχουν πραγματικές ανάγκες
Η χρόνια λογική της διαχείρισης των κενών αναπληρωτές πρέπει επιτέλους να αντικατασταθεί από πολυετή σχεδιασμό ανθρώπινου δυναμικού.
Να γνωρίζει το κράτος πόσους εκπαιδευτικούς θα χρειάζεται σε πέντε και δέκα χρόνια. Να σχεδιάζει. Να διορίζει εγκαίρως. Να εξασφαλίζει ότι το παιδί που μπαίνει στην τάξη τον Σεπτέμβριο θα έχει όλους τους εκπαιδευτικούς του.
Γιατί η εκπαιδευτική χρονιά ενός παιδιού δεν επαναλαμβάνεται. Και κάθε μέρα που η ανάγκη του δεν καλύπτεται, είναι μία μέρα χαμένη.
Έβδομη μεταρρύθμιση: να επαναπροσδιορίσουμε τι σημαίνει «μάθημα»
Λιγότερη ύλη. Μεγαλύτερο βάθος. Λιγότερη αποστήθιση. Περισσότερη έρευνα. Λιγότερα διαγωνίσματα που εξετάζουν πόσο καλά θυμάσαι. Περισσότερες εργασίες που αποδεικνύουν πόσο καλά σκέφτεσαι.
Το πρόγραμμα σπουδών πρέπει να ενσωματώσει συστηματικά τον ψηφιακό γραμματισμό, την Τεχνητή Νοημοσύνη, την οικονομική παιδεία, την περιβαλλοντική εκπαίδευση, τη ρητορική, τη φιλοσοφία, την επιχειρηματολογία, τη συνεργασία, την επίλυση προβλημάτων και την πολιτειότητα.
Και όλα αυτά όχι ως ακόμη περισσότερα «μαθήματα». Αλλά ως δεξιότητες που διαπερνούν όλα τα μαθήματα.
Όγδοη μεταρρύθμιση: επιστροφή της Τέχνης στο κέντρο του σχολείου
Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη του σύγχρονου ωφελιμιστικού σχολείου είναι ότι αντιμετωπίζει συχνά την καλλιτεχνική παιδεία σαν πολυτέλεια.
Μουσική, θέατρο, εικαστικά, δημιουργική γραφή, κινηματογράφος, φωτογραφία, χορός, δεν είναι «δευτερεύοντα» στην εκπαίδευση. Είναι τρόποι με τους οποίους ένα παιδί μαθαίνει να εκφράζει όσα δε χωρούν σε μια εξίσωση ή σε μία παράγραφο θεωρίας.
Το σχολείο που αφαιρεί την Τέχνη από το παιδί δεν το κάνει περισσότερο μορφωμένο. Το κάνει απλώς περισσότερο εξετάσιμο.
Ένατη μεταρρύθμιση: τέλος στο σχολείο της μίας ταχύτητας
Δε μαθαίνουν όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο, στον ίδιο χρόνο και με το ίδιο μέσο. Γιατί λοιπόν εξακολουθούμε να τα διδάσκουμε σαν να συμβαίνει αυτό;
Κάθε μαθητής θα μπορούσε να διαθέτει έναν δυναμικό προσωπικό μαθησιακό φάκελο, όχι ως εργαλείο ταξινόμησης, αλλά ως χάρτη εξέλιξης: δυνατά σημεία, δυσκολίες, ενδιαφέροντα, δημιουργίες, στόχους και πρόοδο.
Και αντί για μία μόνο διαδρομή προς τη γνώση, το σχολείο να προσφέρει πολλαπλές. Κείμενο, εικόνα, ήχο, πείραμα, συζήτηση, project, βιωματική δραστηριότητα, συνεργασία. Αυτό σημαίνει πραγματική διαφοροποίηση.
Δέκατη μεταρρύθμιση: μία ημέρα την εβδομάδα χωρίς συμβατικό ωρολόγιο πρόγραμμα
Ας τολμήσουμε κάτι πραγματικά διαφορετικό. Μία ημέρα ή ένα μεγάλο σταθερό μέρος της εβδομάδας θα μπορούσε να αφιερώνεται σε διεπιστημονικά εργαστήρια και projects.
Οι μαθητές να μη ρωτούν: «Σε ποιο μάθημα είμαστε τώρα;», αλλά: «Ποιο πρόβλημα προσπαθούμε να λύσουμε;»
Να σχεδιάζουν μια βιώσιμη γειτονιά. Να δημιουργούν ένα podcast. Να οργανώνουν μια σχολική εφημερίδα. Να μελετούν την ποιότητα του νερού της περιοχής τους. Να ανεβάζουν μια θεατρική παράσταση. Να κατασκευάζουν ένα ρομπότ. Να πραγματοποιούν μια ιστορική έρευνα για τον τόπο τους. Να συνεργάζονται με πανεπιστήμια, μουσεία, βιβλιοθήκες, εργαστήρια, καλλιτέχνες και επιστήμονες.
Η πραγματική ζωή δε χωρίζεται σε 45λεπτα. Γιατί να χωρίζεται έτσι αποκλειστικά η μάθηση;
Και μία ακόμη ουσιαστική μεταρρύθμιση: το σχολείο να μην τελειώνει στην πόρτα του
Το σχολείο του μέλλοντος πρέπει να είναι ανοιχτό στην κοινωνία.
Βιβλιοθήκες ανοιχτές και το απόγευμα, εργαστήρια, λέσχες ανάγνωσης, θεατρικές ομάδες, ρομποτική, μουσικά σύνολα, αθλητισμός, χώροι μελέτης, συμβουλευτική γονέων, δράσεις της τοπικής κοινότητας.
Το δημόσιο σχολείο μπορεί να γίνει ξανά το πολιτιστικό και μορφωτικό κέντρο της γειτονιάς.
Και ίσως τότε αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει πραγματικά επένδυση στην Παιδεία.
Γιατί επένδυση στην Παιδεία δεν είναι να αγοράσεις μερικές διαδραστικές οθόνες και να φωτογραφηθείς μπροστά τους. Δεν είναι να ψηφιοποιήσεις ένα παλιό βιβλίο και να ονομάσεις την πράξη «ψηφιακό μετασχηματισμό». Δεν είναι να προσθέσεις ακόμη μία πλατφόρμα, ακόμη μία αξιολόγηση, ακόμη έναν δείκτη και ακόμη ένα διοικητικό έντυπο.
Καινοτομία στην εκπαίδευση δεν είναι να βάλεις μια οθόνη μπροστά από μια παιδαγωγική αντίληψη του προηγούμενου αιώνα. Καινοτομία είναι να αλλάξεις την ίδια την αντίληψη για τη μάθηση.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο μάθημα από όσα συμβαίνουν σήμερα στη Γαλλία. Όχι ότι πρέπει να απορρίψουμε τη Γαλλία. Ούτε τη Φινλανδία. Ούτε τη Γερμανία. Ούτε οποιαδήποτε άλλη χώρα.
Πρέπει να απορρίψουμε κάτι βαθύτερο: τη νοοτροπία της αντιγραφής. Να μελετάμε τους άλλους, ναι. Να μαθαίνουμε από τις επιτυχίες τους. Αλλά και από τα λάθη τους. Και ύστερα να δημιουργούμε.
Γιατί η Ελλάδα διαθέτει πανεπιστήμια, επιστήμονες, εκπαιδευτικούς με τεράστια εμπειρία μέσα στην τάξη και μια εκπαιδευτική παράδοση που μπορεί να συνομιλήσει δημιουργικά με τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές.
Αυτό που της λείπει περισσότερο δεν είναι άλλη μία ξένη συνταγή. Είναι ένα μακροπρόθεσμο εθνικό σχέδιο για την Παιδεία, με ορίζοντα δεκαπέντε ή είκοσι ετών, επαρκή χρηματοδότηση και θεσμική συνέχεια ώστε να μην ξηλώνεται κάθε φορά που αλλάζει κυβέρνηση ή υπουργός.
Ένα σχέδιο που θα το συνδιαμορφώσουν εκπαιδευτικοί της τάξης, πανεπιστήμια, μαθητές, γονείς και ειδικοί.
Γιατί ίσως η μεγαλύτερη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που χρειάζεται σήμερα η Ελλάδα δεν είναι να αποφασίσουμε ποιο ξένο σύστημα θα αντιγράψουμε καλύτερα. Είναι να αποκτήσουμε επιτέλους το θάρρος να δημιουργήσουμε το δικό μας.
Ένα σχολείο με λιγότερα παιδιά στην τάξη και περισσότερους ενήλικες δίπλα τους. Με καλύτερα αμειβόμενους εκπαιδευτικούς και λιγότερη γραφειοκρατία. Με ειδικούς παιδαγωγούς, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς. Με τέχνη, επιστήμη, τεχνολογία και ανθρωπισμό. Με λιγότερη αποστήθιση και περισσότερη σκέψη. Με λιγότερο φόβο για το λάθος και περισσότερο χώρο για δημιουργία. Ένα σχολείο στο οποίο το παιδί δεν θα εκπαιδεύεται απλώς για να περάσει στην επόμενη τάξη, στις εξετάσεις ή στο πανεπιστήμιο. Θα εκπαιδεύεται για να μπορεί να σταθεί απέναντι στον κόσμο. Και, κυρίως, για να μπορεί κάποτε να τον αλλάξει.
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, Φιλόλογος M.Ed.